Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Η ανακοίνωση – μήνυμα της Παγκύπριας Οργάνωσης Τυφλών (ΠΟΤ) για την φετινή αφιερωμένη στους ανθρώπους με αναπηρία ημέρα, είναι πιθανότατα μιά από τις πλέον προσανατολισμένες και χειραφετημένες ανακοινώσεις που αναφέρονται στην 3η Δεκεμβρίου σε διεθνές επίπεδο. Ο ανώτατος φορέας εκπροσώπησης των Κυπρίων με απώλεια όρασης, πρακτικώς υπογράφει ένα μανιφέστο του τι εστί και πως δραστηριοποιείται μιά αληθώς διεκδικητική αναπηρική οργάνωση, που αξίζει να διαβαστεί στο σύνολό του.

image

Το μανιφέστο της ολοκληρωμένης χειραφέτησης

Η διεθνώς αφιερωμένη στους ανθρώπους με αναπηρία 3η Δεκεμβρίου δεν είναι – ποτέ δεν ήταν – μέρα εορτασμού. Το πραγματικό νόημα και μήνυμα της Επετειακής Ημέρας, ήταν και είναι η έντονη/καταγγελτική υπενθύμιση προς όλους τους φορείς εξουσίας, των εξόφθαλμων κοινωνικών αδικιών στις οποίες υπόκεινται οι άνθρωποι με αναπηρία. Κάθε 3η Δεκέμβρη είναι αντιληπτή από τους φορείς των ατόμων με αναπηρία αλλά και από όλους όσους μάχονται για κοινωνίες ισοτιμίας και πραγματικού δικαίου, ως μιά σημαντική ευκαιρία να καταγγελθούν οι πάμπολλοι και πολυεπίπεδοι (πολιτικοί, κοινωνικοί, θεσμικοί) τρόποι παρεμπόδισης των ανθρώπων με αναπηρία να ασκήσουν ισότιμα τα θεσπισμένα κοινωνικά δικαιώματα και να απορροφήσουν ανεμπόδιστα τα βασικά κοινωνικά αγαθά.

Η παρεμπόδιση των ανθρώπων με αναπηρία αφορά όλη την γκάμα των θεσπισμένων ως θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων και των θεωρούμενων ως βασικών κοινωνικών αγαθών. Αφορά το εκπαιδευτικό σύστημα και τις ενταξιακές δυνατότητες που εμπεριέχει και/ή απελευθερώνει. Αφορά την πρόσβαση στις ίσες ευκαιρίες απασχόλησης και επαγγελματικής εξέλιξης. Αφορά το δικαίωμα σε σοβαρές δημόσιες πολιτικές εκπαίδευσης και κατάρτισης, στα πλαίσια μιάς ουσιαστικά ευνομούμενης πολιτείας. Αφορά αυτή καθεαυτή την δυνατότητα πρόσβασης στο δημόσιο δομημένο περιβάλλον. Αφορά έως και αυτό καθεαυτό το δικαίωμα στην δικαιωματική – μη φιλανθρωπική και μη πατερναλιστική προσέγγιση της αναπηρίας που συστηματικά παραβιάζεται από τα ΜΜΕ, μηδέ των δημόσιων εξαιρουμένων.

Εξειδικεύοντας στην κυπριακή πραγματικότητα, η φετινή 3η Δεκέμβρη είναι συνδεδεμένη με την επίσημη δέσμευση της κυπριακής πολιτείας να κάνει σταδιακά πράξη όσα εμπεριέχονται στην Διεθνή Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ΑμεΑ που συνυπογράφηκε το 2007 από εκπροσώπους 147 κρατών – μελών του Οργανισμού και επικηρώθηκε ήδη από 100 σχεδών από τα κράτη αυτά. Πρώτο βήμα για την ουσιαστική υλοποίηση όσων προβλέπονται από τη Σύμβαση, είναι η κύρωση τόσο αυτής όσο και του προαιρετικού πρωτοκόλλου της. Για το συγκεκριμένο πρώτο βήμα έχει επισήμως δεσμευτεί η κυπριακή πολιτεία, αναμένουμε να υλοποιήσει την δέσμευσή της το ταχύτερο δυνατόν, ήδη έχει καθυστερήσει αρκετά.

Αν και όταν το παραπάνω πρώτο βήμα υλοποιηθεί, έπονται τα κρισιμότερα και ουσιαστικότερα. Δηλαδή, η μελετημένη προσαρμογή της κυπριακής νομοθεσίας στο “γράμμα και πνεύμα” της Σύμβασης, ώστε τα μέχρι σήμερα τύποις θεσπισμένα δικαιώματα των ανθρώπων με αναπηρία να αποκτήσουν σαφή και απαραβίαστη νομική/θεσμική (κατ)οχύρωση. Και αυτά τα βήματα έχουν ανακοινωθεί ως δεσμεύσεις της κυπριακής πολιτείας, και αυτών των δεσμεύσεων την υλοποίηση επίμονα υπενθυμίζουμε και απαιτούμε.

Το κυπριακό αναπηρικό κίνημα δεν επενδύει σε υποσχέσεις, δεν αρκείται στην αναμονή υλοποίησης πολιτειακών δεσμεύσεων, δεν εξαντλείται στην μονοδιάστατη προσμονή της κύρωσης και υλοποίησης διεθνών συμβάσεων. Εχει αποδειχτεί, άλλωστε, ότι η επένδυση στο γράμμα του νόμου είναι ο μόνος βέβαιος τρόπος για την διαιώνιση κοινωνικών ελλειμμάτων και την προσφορά άλλοθι στις ανεπάρκειες της υφιστάμενης δημόσιας πολιτικής για τα θέματα αναπηρίας.

Στο πνεύμα, λοιπόν, της Διεθνούς Σύμβασης του ΟΗΕ αλλά και πάμπολλων άλλων διεθνών συμβάσεων και συμφωνιών που ορίζουν τα “αυτονόητα” των κοινωνιών δικαίου, η Παγκύπρια Οργάνωση Τυφλών εδώ και τώρα προωθεί στην ατζέντα της δημόσιας συζήτησης και παράλληλα αξιώνει δικαιωματικές απαντήσεις, για τα ακόλουθα ζητήματα:

Ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης: Οι ευρωπαϊκές χώρες στο σύνολό τους και η Κύπρος με τα ειδικά της δομικά χαρακτηριστικά, έχουν εισέλθει στην περίοδο της λεγόμενης οικονομικής κρίσης με όσα αυτή συνεπάγεται για τις λεγόμενες ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Η ουσιαστική κοινωνική προστασία όπως αυτή ορίζεται μέσω πολιτικών ενεργητικής ένταξης στην απασχόληση(και όχι μόνο), προβάλλει πλέον ως επιτακτική ανάγκη τόσο για τα χρόνια που διανύουμε όσο – κατά μείζονα λόγο – για τα δυσκολότερα χρόνια που έρχονται. Ομολογουμένως, έχουν ξεκινήσει να σχεδιάζονται και υλοποιούνται σχετικές πολιτικές, οι οποίες πρέπει να ενταθούν και αναπτυχθούν σε βαθμό που θα προσδώσουν απτά αποτελέσματα. Στη χώρα μας δεν κατέστη δυνατό να λειτουργήσει κέντρο επαγγελματικής κατάρτισης και επαγγελματικής προώθησης τυφλών, παρόλο που το αίτημα της Οργάνωσης των τυφλών της Κύπρου για κατάλληλη και ειδική προεπαγγελματική και επαγγελματική κατάρτιση και επαγγελματική προώθηση των τυφλών στην Κυπριακή αγορά εργασίας εκκρεμεί εδώ και τρεις δεκαετίες. Την ίδια στιγμή, σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η υπάρξη σύγχρονων, δημόσιων κέντρων επαγγελματικής κατάρτισης τυφλών θεωρείται κάτι πέραν νω από αυτονόητο. Όπως φαίνεταις στη χώρα μας ακόμα και τα αυτονόητα τυγχάνουν συστηματικής παραβίασης και οι εξαγγελίες εστιάζουν σε πολιτικές αμφίβολης αποτελεσματικότητας, στις οποίες εναντιώνεται το ίδιο το αναπηρικό κίνημα.

Κάρτα Αναπηρίας (σε καμια περίπτωση Λειτουργικότητας): Πρόκειται για την πολυδάπανη απόπειρα της πολιτείας να προχωρήσει – όπως ισχυρίζεται - στην εγκαθίδρυση νέου συστήματος αξιολόγησης της αναπηρίας και των δικαιωματικών παροχών προς τους ανθρώπους με αναπηρία. Οπως γίνεται αντιληπτό, ο παραπάνω ισχυρισμός αγγίζει τον πυρήνα της ατζέντας διεκδικήσεων όχι μόνο του κυπριακού αλλά και του διεθνούς αναπηρικού κινήματος, δεδομένου ότι εμπεριέχει σαφή μνεία για το δικαιωματικό υπόβαθρο κατανόησης της αναπηρίας και του κοινωνικού ρόλου του ανθρώπου με αναπηρία. Δυστυχώς, η σχετική μέχρι σήμερα επιχειρηματολογία από πλευράς αρμόδιας πολιτείας δεν υπήρξε αρκούντος πειστική, η δε δημόσια επί του θέματος διαβούλευση με τους αναπηρικούς φορείς δημιούργησε περισσότερα ερωτηματικά παρά απαντήσεις. Απόλυτα ΑΞΙΑΚΟΥ χαρακτήρα είναι η απαίτηση για επανεξέταση του όλου θέματος, δεδομένης και της αλγεινής εντύπωσης που προξένησε στα ίδια τα άτομα με αναπηρία η απόρριψη στην ολότητα τους των προϋποθέσεων που θέτει η Συνομοσπονδία των οργανώσεων τους. Πιθανή εφαρμογή ενός κατ’ όνομα νέου συστήματος που στην πράξη ακυρώνει την σύγχρονη δικαιωματική προσέγγιση της αναπηρίας, παραβιάζει ευθέως κάθε έννοια δικαίου υπονομεύοντας την απαράβατη για το αναπηρικό κίνημα αρχή “τίποτε για εμάς χωρίς εμάς”.

Κυπριακός Ραδιομαραθώνιος: Επίσημα και ενυπόγραφα καταδικάζεται ως υπονομευτικός της κοινωνικής εικόνας και του κοινωνικού ρόλου των ανθρώπων με αναπηρία από όλο το επίσημο αναπηρικό κίνημα της Κύπρου. Η εμπλοκή σε αυτόν του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού μέσου, καθιστά “μέρος του προβλήματος” αλλά και αποδέκτη των καταγγελιών και την επίσημη κυπριακή πολιτεία. Το ελάχιστο που αναμένεται και ως κάθετο αίτημα διατυπώνεται, είναι η άμεση αποχώρηση του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού μέσου από τον ραδιομαραθώνιο. Η όποια επιμονή από πλευράς επίσημης πολιτείας στη στήριξη ενός προϊόντος που προάγει αντιδραστικά μοντέλα φιλανθρωπίας και πατερναλιστικής προσέγγισης της αναπηρίας, ερμηνεύεται από το αναπηρικό κίνημα ως συνειδητή υπονόμευση του κοινωνικού ρόλου που οι άνθρωποι με αναπηρία με ένταση υπερασπίζονται και διεκδικούν. Καθολική, άλλωστε, είναι η διαπίστωση του παγκόσμιου αναπηρικού κινήματος, ότι οι τηλεμαραθώνιοι δεν γίνονται για να ενημερώσουν αλλά για σκοπούς συλλογής χρημάτων, κινητοποιώντας το συναίσθημα του οίκτου και του ελέους, που καταλήγει σε εμπορευματοποίηση της αναπηρίας.

Αντί επιλόγου: Οι παραπάνω προτεραιότητες, δεν αποτελούν παρά ένα πολύ μικρό κλάσμα των απαραίτητων επιλογών από πλευράς κυπριακής πολιτείας ώστε να γίνει πράξη η δικαιωματική σχέση ισοτιμίας με το κοινωνικό παιχνίδι των ανθρώπων με αναπηρία. Επί της ουσίας, ο αγώνας για ισότιμη κοινωνική ένταξη είναι μακρύς και προϋποθέτει μιά ευρύτατη γκάμα πολιτικών παρεμβάσεων σε όλα τα επίπεδα του δημόσιου πολιτικού σχεδιασμού. Οι όποιες αποσπασματικές θετικές παρεμβάσεις ή μικροπαροχές ή μικρά θετικά βήματα που ενίοτε πργματοποιούνται, επ’ ουδενί δεν πρέπει και δεν μπορεί να συνοδεύονται από την πιεστική απαίτηση της αρμόδιας πολιτείας να εισπράττει μεγαλόστομα “ευχαριστώ” και την εφ’ όλης της ύλης επιδοκιμασία των αναπηρικών φορέων. Πρέπει να γίνει κατανοητό από τους αρμόδιους φορείς της πολιτείας, ότι οι φορείς εκπροσώπησης των ΑμεΑ δεν λειτουργούν με την λογική των δημοσίων σχέσεων, δεν αναλώνονται σε ανούσιες φιλοφρονήσεις, δεν επιδιώκουν τελετουργικές επιβραβεύσεις για να νιώσουν την ικανοποίηση της υποτιθέμενης/ψευδούς αποδοχής. Αντίθετα, λαμβάνουν ικανοποίηση αποκλειστικά και μόνο μαχόμενοι για να δώσουν τέρμα στην χρόνια παρεμπόδιση χιλιάδων ανθρώπων με αναπηρία να ασκήσουν θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα και να απορροφήσουν ζωτικά κοινωνικά αγαθά.

Οταν η αρμόδια πολιτεία σε όλα τα επίπεδά της συνειδητοποιήσει την ουσία της παραπάνω φράσης, ο δρόμος της ισότιμης συνεννόησης και συνεργασίας για αληθώς προοδευτικές πολιτικές επί των θεμάτων αναπηρίας, θα είναι πλέον ανοικτός.